σεχταρισμός

ο сектантство (перен. )

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Смотреть что такое "σεχταρισμός" в других словарях:

  • σεχταρισμός — ο, Ν βλ. σεκταρισμός …   Dictionary of Greek

  • Сектантство — (греч. σεχταρισμός«учение, направление, школа»)  религиозное течение с иной отличной от неизменного религиозного первоисточника трактовкой Библии, Корана, Веды и т. д. То, что на языке самой церкви называется «ересью». В России… …   Википедия

  • σεκταρισμός — Όρος που χρησιμοποιείται στο εργατικό κίνημα και σημαίνει την απόσπαση ή και την απομόνωση των επαναστατικών εργατικών οργανώσεων από τις εργατικές μάζες. Στα τελευταία χρόνια σεκταριστικές τάσεις εκδηλώθηκαν κυρίως στις χώρες της Ν. Αμερικής,… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.